Στουρνάρας: Περίοδος χαμηλών επιτοκίων τουλάχιστον μέχρι το 2023

Δίκοπο μαχαίρι για νοικοκυριά, επιχειρήσεις, τράπεζες και οικονομία αποτελεί η είσοδος σε μια μακρά περίοδο μηδενικών ή ακόμα και αρνητικών επιτοκίων, η οποία θα διαρκέσει τουλάχιστον μέχρι το 2023, σύμφωνα με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γιάννη Στουρνάρα.

Όπως ανέφερε χθες ο κ. Στουρνάρας σε τηλεδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε από τον ΙΟΒΕ με βασικό θέμα τη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας, τα χαμηλά επιτόκια αποτελούν ευκαιρία για ανάπτυξη, αλλά και κίνδυνο εάν οι τράπεζες δεν εκμεταλλευτούν το ρεκόρ ρευστότητας για τα ελληνικά δεδομένα και εάν δεν προχωρήσουν όλες οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα δώσουν περιθώρια στην άσκηση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα και, με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΚΤ, η επεκτατική νομισματική πολιτική θα διαρκέσει τουλάχιστον μέχρι το 2023, διότι ο πληθωρισμός σήμερα στην Ευρωζώνη βρίσκεται κοντά στο 0,3% έναντι του στόχου 2%. Επομένως, μέχρι να φτάσουμε το επίπεδο του 2% ή να υπάρξουν ενδείξεις αναθέρμανσης της οικονομίας, η ΕΚΤ θα συνεχίζει να παρέχει ρευστότητα.

Αιτίες και επιπτώσεις

Η μείωση των επιτοκίων σε μηδενικά επίπεδα προήλθε από τα μέτρα στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας λόγω πανδημίας. Ήδη, έχουν εισρεύσει -κυρίως λόγω ΕΚΤ- 40 δισ. ευρώ στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Όμως, από αυτά τα κεφάλαια, μόνο ένα μικρό μέρος έχουν μετατραπεί σε χορηγήσεις προς τον ιδιωτικό τομέα. Και οι χορηγήσεις αυτές αφορούν κυρίως προς μεγάλες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η πιστωτική επέκταση προς τις μεγάλες επιχειρήσεις έχει αυξηθεί κατά 9%, προς τις μικρομεσαίες κατά 1,9%, ενώ προς τα νοικοκυριά είναι αρνητική. Συνεπώς, η συνολική πιστωτικής επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα παραμένει οριακά πάνω από το μηδέν. Την ίδια στιγμή, λόγω αβεβαιότητας, κατακόρυφης πτώσης των καταναλωτικών δαπανών και των επιδοτήσεων λόγω πανδημίας παρατηρείται τεράστια άνοδος των καταθέσεων από τα νοικοκυριά και τον ιδιωτικό τομέα γενικότερα στις τράπεζες, οι οποίες τοκίζονται με σχεδόν μηδενικά επιτόκια.

Όλη αυτή λοιπόν η ρευστότητα, επενδύεται από τις τράπεζες σε ελληνικά ομόλογα, κατευθύνθηκε σε καταθέσεις προς την κεντρική τράπεζα, ενώ μειώθηκε ο διατραπεζικός δανεισμός. Αυτό δεν είναι κακό στην παρούσα συγκυρία, εξηγεί ο κ. Στουρνάρας, διότι ο δανεισμός από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα γίνεται με αρνητικό επιτόκιο. Δηλαδή, οι τράπεζες πληρώνονται για να δανείζουν την ΕΚΤ. Κάτι το οποίο ευνοεί την κερδοφορία των τραπεζών.

Κίνδυνοι

Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί διότι υπάρχει ο κίνδυνος στασιμότητας με ρυθμό ανάπτυξης 0-1% για την επόμενη δεκαετία. Αντίθετα, εάν απορροφηθούν και επενδυθούν τα ευρωπαϊκά κονδύλια συνολικού ύψους 72 δισ. ευρώ, τότε η Ελλάδα μπορεί να πετύχει μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης γύρω στο 3,5% τα επόμενα 10 χρόνια. Επίσης, τα χαμηλά επιτόκια ευνοούν τη βιωσιμότητα του Δημοσίου Χρέους, αλλά εάν δεν υπάρξουν οι προϋποθέσεις για ανάπτυξη, τότε αυξάνεται ο κίνδυνος όταν θα υπάρξει αναστροφή της τάσης στα επιτόκια και τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη, εξηγεί στην Έκθεσή του ο κ. Στουρνάρας.

Προϋπόθεση για την ανάπτυξη, την αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων αποτελεί η άμεση υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα απελευθερώσουν κεφάλαια προς την πραγματική οικονομία. Για να γίνει αυτό απαιτείται: μείωση των κόκκινων δανείων, περιορισμός της απαίτησης αναβαλλόμενου φόρου από τα κεφάλαια των τραπεζών. Διότι οι τράπεζες μπορεί να επηρεαστούν αρνητικά από νέα λογιστικά πρότυπα IFRS 9, λόγω μη εξυπηρετούμενων δανείων, αναβαλλόμενης φορολογίας και μειωμένου πιστωτικού κινδύνου από το περιβάλλον χαμηλών ή και αρνητικών επιτοκίων. Για το λόγο αυτό επανέλαβε την ανάγκη συνύπαρξης των τιτλοποιήσεων κόκκινων δανείων με τον Ηρακλή και του δικτύου εθνικών κακών τραπεζών, κατά τα πρότυπα του σχεδίου της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως είχε αποκαλύψει πρώτο το Capital.gr μία εβδομάδα πριν τις ανακοινώσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η λύση αυτή, είπε ο κ. Στουρνάρας, υποστηρίζεται από τον SSM και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία μάλιστα έθεσε και στόχο για μείωση των κόκκινων δανείων κάτω από το 5% το 2022.

Μία ακόμα πρόκληση που συνδέεται με τα κόκκινα δάνεια συνδέεται με την νέα γενιά μη εξυπηρετούμενων δανείων λόγω πανδημίας. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, εκτιμάται ότι η νέα γενιά κόκκινων δανείων θα ανέλθει γύρω στα 8-10 δισ. ευρώ.

Φωκίων Καραβίας

Με τις διαπιστώσεις του κ. Στουρνάρα, σε ό,τι αφορά στην παρατεταμένη περίοδο χαμηλών επιτοκίων που αναμένεται, συμφωνούν και οι τραπεζίτες. Μάλιστα, ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank κ. Φωκίων Καραβίας, ο οποίος συμμετείχε στην τηλεδιάσκεψη του ΙΟΒΕ, είχε δηλώσει πρόσφατα σε συνέδριο ότι μία από τις προκλήσεις των ελληνικών τραπεζών είναι η προσαρμογή τους στο περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων. Επίσης, ο κ. Καραβίας επεσήμανε ότι η μείωση των κόκκινων δανείων αποτελεί μία από τις βασικές προτεραιότητες των ελληνικών τραπεζών, με κύρια τα σχέδια για τη χρηματοδότηση και στήριξη της οικονομίας και των επενδύσεων εν όψει της εισροής των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Μάλιστα, ο κ. Καραβίας επεσήμανε ότι η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας από τους οίκους αξιολόγησης λαμβάνει υπόψιν το ύψος των κόκκινων δανείων τα οποία θα πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ 5% και 8%. Διετύπωσε την εκτίμηση ότι οι τράπεζες στήριξαν τις χορηγήσεις και τον ιδιωτικό τομέα κατά το 2020 καθώς η μέση ακαθάριστη ροή διαμορφώθηκε στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας 10ετίας, κάτι το οποίο παρατήρησε και ο κ. Στουρνάρας. Οι τράπεζες στήριξαν τις ανάγκες χρηματοδότησης και μικρομεσαίων κατά την πανδημία, υποστήριξαν το πρόγραμμα “γέφυρα” και τώρα που λήγουν οι εννεάμηνες επιδοτήσεις, θα συνεχίσουν να στηρίζουν με ρυθμίσεις τους δανειολήπτες που έχουν ανάγκη, συμπλήρωσε ο κ. Καραβίας.

Παύλος Μυλωνάς

Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας κ. Παύλος Μυλωνάς, θίγοντας μία άλλη πτυχή του προβλήματος. Συμφώνησε ότι η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η χρηματοδότηση της οικονομίας με δάνεια για επενδύσεις είναι αναγκαίες συνθήκες. Ωστόσο, παρατήρησε ότι πρέπει να γίνουν μεταρρυθμίσεις και νομοθετικές ρυθμίσεις που να λειτουργούν, ώστε όλα αυτά που απαιτούνται να μπορούν να πραγματοποιηθούν. Στο θέμα των κόκκινων δανείων αναφέρθηκε ενδεικτικά στον πτωχευτικό νόμο, ο οποίος ακόμα δεν μπορεί να λειτουργήσει διότι εκκρεμούν κοινές υπουργικές αποφάσεις, αναγκαίες για τη λειτουργία του, όπως η ηλεκτρονική πλατφόρμα και η διασύνδεση των συστημάτων με τις τράπεζες. Υπενθύμισε μάλιστα την αδυναμία πολλών νομοθετικών ρυθμίσεων που είχαν προηγηθεί, οι οποίες τελικά δεν λειτούργησαν, όπως ο “νόμος Κατσέλη”, διότι δεν ήταν συμβατός με το υπόλοιπο θεσμικό σύστημα δημιουργώντας συσσώρευση υποθέσεων στα πρωτοδικεία. Έτσι, είπε ο κ. Μυλωνάς, οι τράπεζες πρέπει να μειώσουν τα κόκκινα δάνεια και μάλιστα με στόχο το 5% χωρίς να έχουν τα απαραίτητα εργαλεία, τα οποία θα έπρεπε να λειτουργούν προκειμένου να ξεκινήσουν άμεσα για την επίτευξη του στόχου αυτού. Σε ό,τι αφορά στη χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα, ο κ. Μυλωνάς τόνισε ότι παραμένει υποτονική όχι επειδή οι τράπεζες δεν δίνουν δάνεια, αλλά επειδή δεν υπάρχει ζήτηση για δάνεια, κάτι το οποίο αποδίδεται στο μοντέλο της ελληνικής οικονομίας. Με αυτό συμφώνησε και ο επικεφαλής της Eurobank, ο οποίος τόνισε την ανάγκη να αυξηθεί το μέσο μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων.

capital.gr