Ο κορωνοϊός προκαλεί διάσπαση προσοχής και υπερκινητικότητα

Χιλιάδες παιδιά στις ΗΠΑ υποβάλλονται σε εξετάσεις τον τελευταίο καιρό προκειμένου να διαπιστωθεί αν πάσχουν από διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ADHD). Παιδίατροι και ψυχολόγοι περιγράφουν την παράλληλη υγειονομική κρίση που μαστίζει τους ανηλίκους και χαρακτηρίζεται από επιδείνωση των σχολικών επιδόσεων και έλλειψη προσοχής.

Οι ειδικοί, ταυτόχρονα, αποκαλύπτουν την κλίμακα των προσπαθειών που καταβάλλουν οι γονείς προκειμένου να βοηθήσουν τα παιδιά τους, κατακλύζοντας την εξειδικευμένη τηλεφωνική γραμμή με ερωτήσεις. Οπως ήταν αναμενόμενο, κατακόρυφη αύξηση εμφανίζουν οι διαγνώσεις και η συνταγογράφηση σκευασμάτων.

O δρ Μέλβιν Οατίς, της Αμερικανικής Εταιρείας Παιδικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής, τονίζει ότι η πανδημία υπήρξε ο καταλύτης που έκανε πολλές οικογένειες να αναζητήσουν βοήθεια. Το άγχος για την εξέλιξη της υγειονομικής κρίσης, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση και η κοινωνική απομόνωση δημιούργησαν ιδανικές συνθήκες για τη διάσπαση της προσοχής των μαθητών. Οι ειδικοί, ωστόσο, προειδοποιούν ότι παρά την εκδήλωση συμπτωμάτων σε κάποια παιδιά, που ίσως να υποδεικνύουν τη διαταραχή, πριν από την οριστική διάγνωση θα πρέπει να αποκλειστεί κάθε άλλη ψυχοπαθολογία που θα μπορούσε να συνδέεται με τις ειδικές συνθήκες που ζούμε.

«Οι γονείς και οι παιδίατροι δεν πρέπει απλώς να καταγράψουν όσα συμπτώματα συνάδουν με την ADHD, αλλά να ερευνήσουν το ιατρικό ιστορικό του παιδιού και να προχωρήσουν σε διαφορική διάγνωση, ώστε να είναι απολύτως βέβαιο ότι το παιδί που θα λάβει φάρμακα πάσχει όντως από τη διαταραχή», επισημαίνει ο δρ Αρθουρ Λαβίν, παιδίατρος και μέλος επιτροπής της Αμερικανικής Εταιρείας Παιδιατρικής.

Η ανοικτή γραμμή για τη διαταραχή, την οποία διαχειρίζεται η ΜΚΟ CHADD (παιδιά και ενήλικες με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής/υπερκινητικότητας) καταγράφει αύξηση των κλήσεων από την αρχή της πανδημίας κατά 62%, ενώ από το 2019 η επισκεψιμότητα στην ιστοσελίδα της αυξήθηκε κατά 77%.

Οι διαγνώσεις της διαταραχής σε παιδιά ηλικίας 13 έως 17 ετών αυξήθηκαν κατά 67% από τις 9 έως τις 30 Μαρτίου. Οι ειδικοί αποδίδουν την αύξηση σε πολλούς παράγοντες, όπως την έλλειψη δομής και ρουτίνας στην καθημερινότητα και στο γεγονός ότι πλέον οι γονείς αντιλαμβάνονται περισσότερο τα προβλήματα των παιδιών τους κατά την εκπαιδευτική διαδικασία.