Διατηρητέα κτίρια: Αιτήματα για στήριξη ανακαινίσεων

Με τον πρόεδρο του ΤΕΕ, Γιώργο Στασινό, να επισημαίνει τη διαχρονική επιτυχία του προγράμματος “Εξοικονομώ”, αλλά παράλληλα να διατυπώνει την ανάγκη μετατροπής του σε ένα πιο ευέλικτο χρηματοδοτικό εργαλείο, που να περιλαμβάνει κάθε έννοια αναβάθμισης ακινήτων και να καλύπτει και άλλες ανάγκες ανακαίνισης, πέραν της ενεργειακής βελτίωσης, τέθηκε ένα ευρύτερο πλαίσιο προς συζήτηση. Στις παραπάνω προτάσεις έρχεται να προστεθεί και το πρόγραμμα “Διατηρώ”, που σχεδιάστηκε από το ΥΠΕΝ και αφορά εγκαταλελειμμένα κτίρια αλλά προς το παρόν δεν έχει ενεργοποιηθεί.

Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων, μάλιστα, με επιστολή της προς τη νέα ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος, ζήτησε να εφαρμοστεί άμεσα το “Διατηρώ”, υποστηρίζοντας ότι “η ανακαίνιση των διατηρητέων και παλαιών κτιρίων, σε συνδυασμό με την απαλλαγή από ετοιμόρροπα κτίρια χωρίς ιδιοκτήτη, θα οδηγήσει σε άμεση αναβάθμιση πάμπολλες γειτονιές και περιοχές στην Αθήνα και τις άλλες παλιές πόλεις της χώρας”.

Σημειώνεται ότι το πρόγραμμα “Διατηρώ”, με προϋπολογισμό που υπολογιζόταν σε 200 εκατ. ευρώ, αφορούσε την αποκατάσταση, ολική και μερική, χιλιάδων διατηρητέων κτιρίων που βρίσκονται σε φάση εγκατάλειψης. Η δράση προορίζεται να ενταχθεί στη γενική πρόταση κάλυψης προγραμμάτων από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, ωστόσο στο ΥΠΕΝ έχει προχωρήσει η μελέτη για τη σύνταξη του εν λόγω προγράμματος. Στόχος είναι να δοθεί η δυνατότητα επιδότησης ακόμα και για το 100% των δαπανών αποκατάστασης των διατηρητέων, ωστόσο όλα θα εξαρτηθούν από τους τελικούς όρους του Ταμείου Ανάκαμψης.

Σε κάθε περίπτωση, το “Διατηρώ” σχεδιάζεται ως ένα πρόγραμμα ανακαίνισης κτιρίων, των χαρακτηρισμένων ως διατηρητέων, καθώς και κτιρίων που, αν και δεν έχουν χαρακτηριστεί, βρίσκονται σε ιστορικές συνοικίες ή παραδοσιακούς οικισμούς. Σύμφωνα με τους σχεδιασμούς, πέραν της πλήρους αποκατάστασης, θα μπορούν να ενταχθούν στο πρόγραμμα και οι άμεσα αναγκαίες σωστικές παρεμβάσεις ή ακόμα και οι εργασίες αποκατάστασης μόνο της πρόσοψης ή ακόμα και ο καθαρισμός κτιρίων και προσόψεων.

Πέραν του χρηματοδοτικού προγράμματος, με τη διάταξη που πέρασε στο νομοσχέδιο για το χωροταξικό στο τέλος του 2020, και αφορά τη Μεταφορά Συντελεστή Δόμησης, αίρονται τα εμπόδια για πολλούς ιδιοκτήτες διατηρητέων κτιρίων, που δεν μπορούσαν να αξιοποιήσουν τον συντελεστή δόμησης που θα δικαιούνταν υπό άλλες συνθήκες λόγω περιορισμών για την προστασία της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς. Πλέον, προβλέπεται η πώληση του επιπλέον συντελεστή δόμησης μέσω του εργαλείου της Ψηφιακής Τράπεζας Γης, η οποία εκτιμάται ότι θα τεθεί σε λειτουργία το 2021, εφόσον εισρεύσουν πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης. Με το έσοδο που θα προκύπτει, οι ιδιοκτήτες θα έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης διατηρητέων κτιρίων, οι οποίες εκτός των άλλων απαιτούν και ειδικές μελέτες, κατά κανόνα δαπανηρές.

Κατά το ΥΠΕΝ, έχουν καταγραφεί περί τα 9.500 ετοιμόρροπα ή επικινδύνως ετοιμόρροπα κτίρια από δήμους, σύμφωνα με στοιχεία που εστάλησαν στο υπουργείο έπειτα από σχετικό αίτημα, χωρίς ακόμη να έχει ολοκληρωθεί η εικόνα για όλη την επικράτεια.

Πέρα από τα αμιγώς χαρακτηρισμένα διατηρητέα κτίρια, σύμφωνα με παλαιότερη μελέτη του διαΝΕΟσις, πάνω από το 60% των κτιρίων του κέντρου της Αθήνας είναι κατασκευασμένα πριν από το 1960. Από αυτά, ποσοστό άνω του 85% χρήζει παρεμβάσεων αποκατάστασης, εκσυγχρονισμού και βελτίωσης της λειτουργικότητας και της ενεργειακής του απόδοσης. Η ανακαίνιση του εν λόγω κτιριακού δυναμικού αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη δραστηριότητα, η οποία θα οδηγήσει και στην πλήρη αναμόρφωση του κέντρου. Το μέσο κόστος ανακαίνισης τοποθετείται στα 400-500 ευρώ ανά τ.μ., ενώ το μέσο κόστος αποκατάστασης υπολογίζεται υψηλότερο από την αγοραία αξία κάποιων ακόμα και κεντρικών κτιρίων, γεγονός που καθιστά την αποκατάσταση “ασύμφορη” για τους ιδιοκτήτες.

Σημειώνεται, εξάλλου, ότι μεγάλες ανακαινίσεις κτιρίων έχουν γίνει από κρατικούς και δημόσιους φορείς ή από ιδιώτες που επενδυτικά εκμεταλλεύονται διατηρητέα ακίνητα (όπως, π.χ., ξενοδοχεία), ωστόσο πλήθος διατηρητέων κτιρίων έχουν βρεθεί σε παρακμή εξαιτίας είτε της αδυναμίας των ιδιοκτητών είτε της απουσίας αυτών στο πέρασμα των ετών και των γενεών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μέλλουσας αποκατάστασης αποτελούν οι κινηματογράφοι “Αττικόν” και “Απόλλων” στην οδό Σταδίου, που μετά την πυρκαγιά του 2012 έστεκαν ετοιμόρροποι. Παρά την πρόθεση του ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος να χρηματοδοτήσει την αποκατάσταση, τα εμβληματικά κτίσματα παρέμεναν “δεσμευμένα” από την αντιδικία μεταξύ των δύο εμπλεκόμενων ιδρυμάτων που νέμονταν την ιδιοκτησία.

Ειδικότερα, το Ίδρυμα Σταματίου Δεκόζη-Βούρου, που ήταν τώρα ιδιοκτήτης του ακινήτου στο οποίο στεγάζονται οι κινηματογράφοι, συγχωνεύτηκε –έπειτα από νομοθετική ρύθμιση που πέρασε πέρυσι το καλοκαίρι− με το Ίδρυμα “Μουσείον της Πόλεως των Αθηνών – Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία” χωρίς τη δημιουργία νέου ιδρύματος. Η περιουσία του Ιδρύματος Σταματίου Δεκόζη-Βούρου (συνεπώς και οι κινηματογράφοι) αποτελεί πλέον “κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης για την εκτέλεση ίδιων σκοπών” για το “Μουσείον της Πόλεως των Αθηνών – Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία”.

Πρόθεση του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών – Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία είναι η επαναλειτουργία των δύο ιστορικών κινηματογράφων. Ο “Απόλλων”, άθικτος όπως και το “Αττικόν”, βρίσκεται κάτω από το “Αττικόν” και κατασκευάστηκε από γερμανική τεχνική εταιρεία στη δεκαετία του ’60. Η λειτουργία τους απαιτεί την αντιστήριξη του κατεστραμμένου κτιρίου (το οποίο μελλοντικά θα αποκατασταθεί), ώστε να διασφαλίζονται η ασφαλής υποδοχή και η έξοδος του κοινού. Είναι δε ενδεικτικό ότι αμέσως μόλις έγινε γνωστό ότι προωθείται λύση και είναι πιο κοντά από ποτέ το ενδεχόμενο να επαναλειτουργήσουν οι κινηματογράφοι εκδηλώθηκε ενδιαφέρον για την αξιοποίηση και του καταστήματος από το οποίο ξεκίνησε η πυρκαγιά, το πάλαι ποτέ Costa Boda, το οποίο αποτελεί ένα από τα λίγα προνομιούχα κενά ακίνητα της περιοχής.